Η καταπολέμηση της διαφθοράς και της απάτης αποτελεί βασικό πυλώνα της θεσμικής λογοδοσίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Oι κύριες αρμοδιότητες ελέγχου ασκούνται από τρεις εξειδικευμένους ευρωπαϊκούς θεσμούς:
1) Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο (ΕΕΣ): δημόσια τεκμηρίωση και πίεση για λογοδοσία
Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο αποτελεί τον ανεξάρτητο εξωτερικό ελεγκτή των οικονομικών της ΕΕ. Ελέγχει εάν ο προϋπολογισμός της Ένωσης υλοποιείται νόμιμα, αποτελεσματικά και με προστιθέμενη αξία. Παρότι οι έλεγχοι του ΕΕΣ δεν ξεκινούν από αιτήματα πολιτών, τα πορίσματά του αποτελούν πολύτιμο εργαλείο για οργανώσεις και δημοσιογράφους που επιδιώκουν να αξιολογήσουν την ορθή χρήση των ευρωπαϊκών κονδυλίων. Πολλές ΜΚΟ χρησιμοποιούν ειδικές εκθέσεις του ΕΕΣ ως τεκμήρια για να αναδείξουν αδυναμίες στη διαχείριση συγχρηματοδοτούμενων έργων, παρατυπίες σε δημόσιες συμβάσεις ή προβλήματα σύγκρουσης συμφερόντων.
Με αυτόν τον τρόπο, οι εκθέσεις του ΕΕΣ λειτουργούν ως «δημόσιο αποδεικτικό υλικό»: ενισχύουν τη διαφάνεια και επιτρέπουν σε πολίτες να απαιτούν μεταρρυθμίσεις. Σε αρκετές περιπτώσεις, οργανώσεις πολιτών αξιοποιούν πορίσματα του ΕΕΣ ως βάση για συστάσεις πολιτικής, για αιτήματα προς την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ή για πίεση προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τη διαδικασία απαλλαγής (discharge) του προϋπολογισμού.
2) OLAF: καταγγελίες και έρευνες για απάτη
Η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) διεξάγει διοικητικές έρευνες για απάτη, διαφθορά και παρατυπίες που επηρεάζουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ. Η OLAF δέχεται πληροφορίες, καταγγελίες και τεκμηριωμένα στοιχεία από απλούς πολίτες. Αυτό σημαίνει ότι δημοσιογραφικές αποκαλύψεις ή έρευνες οργανώσεων ή δημοσιογράφων μπορούν να αποτελέσουν αφετηρία ή να ενισχύσουν κάποιον έλεγχο.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, η OLAF έχει γίνει στόχος κριτικής και οι αποφάσεις της έχουν κριθεί λανθασμένες από εθνικά δικαστήρια. Αυτή ήταν η περίπτωση του πρώην διευθυντή της OLAF, Giovanni Kessler που καταδικάστηκε από βελγικό δικαστήριο για το χειρισμό του της υπόθεσης της παραίτησης του επιτρόπου John Dalli το 2012. Η υπόθεση αυτή έγινε και κινηματογραφική ταινία (Une affaire de principe, 2024).
Η OLAF μπορεί να προτείνει ανάκτηση κονδυλίων, πειθαρχικές ενέργειες ή διαβίβαση υποθέσεων σε εθνικές εισαγγελικές αρχές ή στην EPPO.
3) Ευρωπαία Εισαγγελέας (EPPO): ποινική λογοδοσία και αποτρεπτική λειτουργία
Η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (EPPO) δημιουργήθηκε το 2017 από 24 κράτη-μέλη. Είναι o νεότερος αλλά κι εξαιρετικά κρίσιμος θεσμός, καθώς διαθέτει εξουσίες για ποινικές έρευνες και διώξεις για εγκλήματα που βλάπτουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, όπως απάτη με ευρωπαϊκά κονδύλια, διαφθορά, ξέπλυμα χρήματος ή μεγάλου μεγέθους απάτη στον ΦΠΑ (εντός των συμμετεχόντων κρατών-μελών). Η EPPO σηματοδοτεί μια ποιοτική αλλαγή: από τον διοικητικό έλεγχο περνάμε στην ποινική λογοδοσία.
Οι πολίτες και οι οργανώσεις δεν έχουν, φυσικά, κανέναν έλεγχο πάνω στην EPPO, ωστόσο μπορούν να συμβάλουν έμμεσα παρέχοντας πληροφορίες, μέσω καταγγελιών ή δημοσιογραφικών αποκαλύψεων, ενώ μπορούν και να παρακολουθούν την πρόοδο υποθέσεων για να διασφαλίζουν ότι δεν υπάρχει συγκάλυψη. Η ίδια η ύπαρξη της EPPO λειτουργεί αποτρεπτικά: ενισχύει το μήνυμα ότι η κατάχρηση ευρωπαϊκών πόρων δεν είναι απλώς παραβίαση κανόνων αλλά αδίκημα με ποινικές συνέπειες.
Συνολικά, οι μηχανισμοί αυτοί (ΕΕΣ, OLAF, EPPO) δημιουργούν ένα πλέγμα λογοδοσίας που ενισχύει τις δυνατότητες ελέγχου της λειτουργίας της διοίκησης κι ευνοεί την κοινωνική εγρήγορση. Οι πολίτες και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών αξιοποιούν τα εργαλεία αυτά ως μοχλούς πίεσης, τεκμηρίωσης και θεσμικής ενεργοποίησης, ελέγχοντας αν οι θεσμοί της ΕΕ τηρούν τις αρχές χρηστής διοίκησης, διαφάνειας και νόμιμης διαχείρισης των δημόσιων πόρων. Με αυτόν τον τρόπο, οι ευρωπαϊκοί μηχανισμοί κατά της διαφθοράς δεν λειτουργούν μόνο ως τεχνικοί θεσμοί ελέγχου, αλλά και ως βασικά στηρίγματα της εμπιστοσύνης και της δημοκρατικής νομιμοποίησης στην Ευρωπαϊκή Ένωση.