Επιλογή Σελίδας

Επιτροπή Αναφορών του Ευρωκοινοβουλίου (PETI)

Οι πολίτες μπορούν να υποβάλουν «αναφορά για θέμα που υπάγεται στους τομείς δραστηριότητας της Ένωσης και το οποίο τους αφορά άμεσα» (άρθρο 227 ΣΛΕΕ) και σε ειδική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, χωρίς κάποιο ελάχιστο όριο υπογραφών. Η επιτροπή αυτή είναι η PETI και λειτουργεί συχνά ως «θερμόμετρο» παραβιάσεων του δικαίου της ΕΕ από τα Κράτη-Μέλη. Ωστόσο, η πολιτική της αποτελεσματικότητα εξαρτάται από την προθυμία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής να δράσει.

Στον ιστότοπο της Επιτροπής μπορεί κανείς να δει τις 163 διαδικασίες επί παραβάσει (infringment procedures) από το 2003 που συνδέονται με αναφορές που έχουν κατατεθεί στην PETI.

Ορισμένες από τις πιο εμβληματικές περιπτώσεις έχουν οδηγήσει σε καταδίκες Κρατών-Μελών και αλλαγές στην εθνική νομοθεσία.

Ιδού ορισμένα παραδείγματα:   

  • Οι αναφορές της περιόδου 1999-2004 για παράνομους χώρους υγειονομικής ταφής και συστημικές αποτυχίες στη διαχείριση αποβλήτων στην Ιταλία οδήγησαν σε αποστολή διερεύνησης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου στην περιοχή της Καμπανίας. Η αποστολή εντόπισε, μεταξύ άλλων, την εμπλοκή της Καμόρρα στην κακοδιαχείριση και συνέβαλε στην καταδίκη του ιταλικού κράτους από το Δικαστήριο της ΕΕ. Ως απάντηση σε αυτή, η Ιταλία προχώρησε στην υιοθέτηση μιας σειράς εθνικών μεταρρυθμίσεων, όπως κανόνες για το κλείσιμο χώρων υγειονομικής ταφής, το ηλεκτρονικό σύστημα ιχνηλασιμότητας αποβλήτων SISTRI, καθώς και αυστηρότερα κατασταλτικά μέτρα για την αντιμετώπιση της παράνομης απόρριψης αποβλήτων. 
  • Από τις αρχές της δεκαετίας του 2000, χιλιάδες Ισπανοί και άλλοι Ευρωπαίοι πολίτες υπέβαλαν αναφορές σχετικά με κατεδαφίσεις κατοικιών, κατασχέσεις χωρίς επαρκή αποζημίωση κι επαναχαράξεις πολεοδομικών σχεδίων. Το 2000, ο συντηρητικός πρωθυπουργός Χοσέ Μαρία Αθνάρ αποφάσισε να προχωρήσει σε σειρά εφαρμοστικών διατάξεων του Ley de Costas που είχε περάσει ο σοσιαλιστής Φελίπε Γκονδάλεθ το 1988. Σκοπός του αρχικού νόμου ήταν να καταπολεμηθεί η εντατική και συχνά άναρχη δόμηση των ισπανικών ακτών που είχε αρχίσει την εποχή του Φράνκο και να εξασφαλιστεί η δημόσια πρόσβαση σε αυτές. Πολλοί Βρετανοί, Γερμανοί και Ολλανδοί ιδιοκτήτες θίχτηκαν από την αυστηρή εφαρμογή του νόμου και κατέφυγαν στην PETI. Στη βάση των αναφορών αυτών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκρινε ψήφισμα που ζητούσε την ενίσχυση της νομικής ασφάλειας ιδιοκτητών εντός του πλαισίου προστασίας του δημόσιου χώρου και του περιβάλλοντος. Το 2013, η κυβέρνηση του Μαριάνο Ραχόι προχώρησε στην αναθεώρηση του Ley de Costas περιορίζοντας τις αναδρομικές επιπτώσεις σε παλαιές κατοικίες, εξαιρώντας τους οικισμούς που είχαν οικοδομηθεί πριν το 1988 και παρατείνοντας τις παραχωρήσεις χρήσης στα 75 έτη. 
  • Πλήθος αναφορών από το 2010 για διακρίσεις σε βάρος των Ρομά στην εκπαίδευση, σε Τσεχία, Σλοβακία και Ουγγαρία οδήγησαν στο άνοιγμα διαδικασιών επι παραβάσει από την Επιτροπή ενάντια στις τρεις αυτές χώρες το 2014, 2015 και 2016 αντίστοιχα[1]. Στις περιπτώσεις της Τσεχίας και της Σλοβακίας, η διαδικασία στράφηκε εναντίον της πρακτικής του να τοποθετούνται συστηματικά τα παιδιά Ρομά σε ειδικά σχολεία με περιορισμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα. Λειτουργώντας σωρευτικά με πρότερη καταδίκη της Τσεχίας για το ίδιο θέμα από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ), το άνοιγμα της διαδικασίας πίεσε την Τσεχία να καταργήσει την κατηγορία: «παιδιά με ήπια νοητική αναπηρία» και να εισάγει την έννοια της «υποστηρικτικής εκπαίδευσης» στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που ψηφίστηκε το 2015. Ως άμεσο αποτέλεσμα, τα παιδιά Ρομά έπαψαν να τοποθετούνταν συστηματικά σε ξεχωριστά ειδικά σχολεία, αλλά ο εκπαιδευτικός διαχωρισμός συνεχίστηκε σε μεγάλο βαθμό μέσω ειδικών τάξεων εντός των γενικών σχολείων. Για το λόγο αυτό, η διαδικασία επί παραβάσει εναντίον της Τσεχίας παραμένει ενεργή. Στη Σλοβακία, ο διαχωρισμός είναι ακόμα πιο έντονος αλλά οι διαδοχικές κυβερνήσεις αρνήθηκαν να προχωρήσουν σε οποιαδήποτε νομοθετική αλλαγή. Το 2023, η Επιτροπή παράπεμψε τη Σλοβακία στο ΔΕΕ και μόνο τότε υιοθέτησε η χώρα μια μεταρρύθμιση, η οποία είναι όμως λιγότερο ουσιαστική από την τσεχική και για το λόγο αυτό δεν οδήγησε σε απόσυρση της προσφυγής στο ΔΕΕ από την Επιτροπή. Στην Ουγγαρία, περίπου το 45% των παιδιών Ρομά φέρονται να φοιτούν σε σχολεία ή τάξεις με διακριτό χαρακτήρα. Μετά την παρέμβαση της Επιτροπής το 2016, η Ουγγαρία όχι μόνο δεν συμμορφώθηκε, αλλά προχώρησε και σε θωράκιση το status quo. Το γεγονός ότι το καθεστώς διακρίσεων είναι περισσότερο νομικά καμουφλαρισμένο με την Ουγγαρία να επικαλείται την «παιδαγωγική αυτονομία» των σχολείων καθιστά πιο δύσκολη την προσφυγή στο ΔΕΕ από ότι στην  περίπτωση της Σλοβακίας.

Οι παραπάνω περιπτώσεις όπου αναφορές πολιτών οδήγησαν σε αλλαγές πολιτικής στον ένα ή τον άλλο βαθμό ή σε ουσιαστικές ενέργειες της Επιτροπής αποτελούν εξαίρεση στο γενικό κανόνα. Με βάση τα δεδομένα που δημοσιεύει το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο[2], κάθε χρόνο κατατίθενται γύρω 1.500 αναφορές, εκ των οποίων το 70% περίπου κρίνονται παραδεκτές. Από το τεράστιο αυτό πλήθος αναφορών μόνο 163 από το 2003 μπορούν να συνδεθούν με κάποια διαδικασία επι παραβάσει της Επιτροπής και πραγματικά ελάχιστες με άλλες ενέργειές της. 

Ο πανεπιστημιακός ερευνητής Nίκος Βογιατζής αξιολόγησε κριτικά την εφαρμογή του δικαιώματος αναφοράς στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι δεν έχει προς το παρόν καταφέρει  «να αποτελέσει μια αξιόπιστη εναλλακτική οδό συμμετοχής των πολιτών στην Ευρωπαϊκή Ένωση» και ότι για να αλλάξει αυτό θα πρέπει η επιτροπή PETI να επικεντρωθεί στην «εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου σε εθνικό επίπεδο» καθώς και σε ζητήματα πολιτικής που δεν συνεπάγονται κατ’ ανάγκη προτάσεις για νομοθετική παρέμβαση. Ως προϋπόθεση βελτίωσης της αποτελεσματικότητας της, o Βογιατζής βλέπει την ενίσχυση των πόρων που διατίθενται για το έργο της που θα επιτρέψει την περαιτέρω χρήση των αποστολών διερεύνησης γεγονότων[3].

 

[1] Υποθέσεις INFR(2014)2174, INFR(2015)2025 και INFR(2015)2206.

[2] EPRS Briefing PE 767.225 – March 2025 and EPRS Briefing PE 559.514 – June 2015

[3] Nikos Vogiatzis, The Past and Future of the Right to Petition the European Parliament, Yearbook of European Law, Volume 40, 2021, p. 82–110